Νέα

Από τον προφορικό στο γραπτό λόγο: Λογοθεραπείας το επίτευγμα.

Ένα από τα σημαντικότερα θέματα που απασχολεί τους γονείς και το περιβάλλον ενός παιδιού πρoσχολικής ηλικίας είναι η επιτυχής μετάβασή του από τη χρήση προφορικού λόγου στην αποτελεσματική παραγωγή του γραπτού.

Βασικός παράγοντας για την ομαλή μετάβαση στο γραπτό λόγο είναι η άρτια εκμάθηση του προφορικού λόγου, η οποία περνά μέσα από διάφορα εξελικτικά στάδια.


Η προσχολική ηλικία είναι η περίοδος της μέγιστης ανάπτυξής του, τροφοδοτώντας το παιδί μέχρι την ηλικία των 5-6 ετών με τα απαραίτητα εκείνα εφόδια για την ομαλή σχολική φοίτηση που ακολουθεί. Η μετάβαση στο γραπτό λόγο δίνει στο παιδί ένα νέο επικοινωνιακό εργαλείο μέσω μιας διαφορετικής όψης του λόγου. Ο γραπτός λόγος στηρίζεται στον προφορικό. Είναι η συνέχεια του προφορικού σε ένα επίπεδο όμως συνειδητό και συμβολικό. Προκειμένου το παιδί να μάθει να γράφει και να διαβάζει είναι απαραίτητη -μεταξύ άλλων- η συνειδητοποίηση των στοιχείων που απαρτίζουν τη φωνολογία της γλώσσας του. Συνειδητοποίηση δηλαδή των επιλεγμένων «ήχων» που χρησιμοποιούνται στο σχηματισμό των λέξεων, των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, καθώς και του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν οι ήχοι στο σχηματισμό των λέξεων. Η ανάπτυξη αυτής της συνειδητοποίησης είναι μια δεξιότητα που ονομάζουμε «Φωνολογική Επίγνωση» και επιτρέπει στο παιδί την πρόσβαση στη γραπτή όψη του λόγου.

Το παιδί στο σχολείο καλείται να μεταφέρει τον έως εκείνη τη στιγμή εξελιγμένο προφορικό λόγο σε γραπτό. Οι πρώτες προσπάθειες γραφής του παιδιού είναι καθαρά φωνολογικού χαρακτήρα , με την έννοια ότι δεν προσπαθεί να απομνημονεύσει ορθογραφικά χαρακτηριστικά των λέξεων αλλά επικεντρώνεται στη μεταφορά στο χαρτί των ήχων της λέξης (Read 1986). Η κατανόηση και η σωστή χρήση του λόγου (σε παιδιά με φυσιολογική νοημοσύνη) αποτελεί προπομπό για τη σωστή ανάπτυξη της αναγνωστικής κατανόησης , της γραπτής έκφρασης και του πλούσιου λεξιλογίου. Έχει βρεθεί ότι παιδιά με αργή εξέλιξη στην ομιλία και δυσκολίες στο λόγο συχνά παρουσιάζουν επίσης δυσκολίες στη γραφή, και αντιθέτως παιδιά με δυσκολίες στη γραφή και την ανάγνωση συχνά αντιμετωπίζουν διαταραχές στο λόγο. Παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες ενδέχεται να παρουσιάζουν δυσκολίες στο φωνολογικό επίπεδο οργάνωσης του λόγου, ιδιαίτερα στη φωνολογική ενημερότητα. Είναι λογικό ότι ένα παιδί που αντιστρέφει, απλοποιεί, παραλείπει, παραλλάζει ή συγχέει ακουστικά φθόγγους στον ελεύθερο λόγο του είναι πιθανόν να κάνει τα ίδια λάθη γράφοντας.     Το παιδί κατά την είσοδό του στο σχολικό πλαίσιο πρέπει να είναι σε θέση να επικοινωνεί με ευχέρεια με τους συνομήλικούς του και κατ’ επέκταση με το κοινωνικό του περιβάλλον. Συγκεκριμένα η ομιλία του πρέπει να είναι κατανοητή από όλους επιτυγχάνοντας διηγηματικές ιστορίες, εμπεριέχοντας προτάσεις με περιεχόμενο και σωστή γραμματική και συντακτική ακολουθία, και αποδίδοντας σωστά περίπου όλους τους φθόγγους της γλώσσας μας χωρίς διαταραχές στην απόδοση λέξεων ή συλλαβών (λ.χ επαναλήψεις). Είναι επίσης εξέχουσας σημασίας το παιδί να κατέχει αυτό που ονομάζουμε φωνολογική ενημερότητα – φωνολογική επίγνωση (βλ. λεζάντα εικόνας).

     Ο προφορικός λόγος είναι άµεσα συνδεδεμένος µε την αναπτυξιακή πορεία του παιδιού, μιας και αποτελεί το εργαλείο µε το οποίο συμμετέχει στη μαθησιακή διαδικασία. Η αναγνώριση και αποκατάσταση των δυσκολιών στην ανάπτυξη του λόγου κατά την προσχολική ηλικία είναι ιδιαίτερης σπουδαιότητας, αφού αυτές επηρεάζουν σηµαντικά τη μετέπειτα µαθησιακή ικανότητα του παιδιού. Μελέτες σε φυσιολογικά αναπτυσσόμενα παιδιά έδειξαν ότι οι καλές γλωσσικές δεξιότητες είναι θετικός δείκτης πρόγνωσης της σχολικής απόδοσης (Share,1995), ενώ αντίστοιχες έρευνες σε παιδιά µε μαθησιακές  διαταραχές έδειξαν καθυστέρηση στην ανάπτυξη της γλώσσας τόσο σε φωνολογικό επίπεδο όσο και στο εύρος του λεξιλογίου και στην προφορική έκφραση (Gallagher, Frith & Snowling 2000).

      Συνθέτοντας τα παραπάνω γίνεται κατανοητή η σημασία της έγκαιρης διάγνωσης ενδεχόμενων γλωσσικών δυσκολιών κατά τη προσχολική ηλικία, δυσκολιών ικανών αφενός μεν να συντελέσουν στην εμφάνιση προβλημάτων στο γραπτό λόγο και τη σχολική ετοιμότητα αφετέρου δε σε θέση να εξομαλυνθούν  έως και να αρθούν με την κατάλληλη συμβολή ενός ειδικού. Δεχόμενο το παιδί βοήθεια σε τυχόν δυσχέρειες που αντιμετωπίζει σε φωνολογικό, μορφοσυντακτικό και σημασιολογικό επίπεδο, απελευθερώνει τους μαθησιακούς και επικοινωνιακούς του διαύλους αποκτώντας έτσι συμπαγείς βάσεις για την ομαλή μετάβαση απ’τον προφορικό στο γραπτό λόγο, γεγονός θεμελιώδους σημασίας για την νοητική – μαθησιακή του εξέλιξη και φυσικά για την ομαλή του κοινωνικοποίηση.

Εύα Νέου, MSc, PhDc

Λογοπεδικός

Comments for this post are closed.